BLASÓN

BLASÓN= ΠΡΧ ΜΠΛΑΖΕ ΥΦΟΣ, ΠΡΧ ΜΠΛΟΥΖΑ> ΟΙΚΟΣΗΜΟ, ΠΡΧ ΕΜ-ΒΛΗΜΑ,

ΠΡΧ ΒΛΑ-ΣΟΝ> ΣΥΜ-ΒΟΛΟΝ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

blasón 1. α, πρχ βλασον> έμβλημα ή μπλούζα= οικόσημο, θυρεός,

El blasón de la familia tiene un león en el centro,

Το οικόσημο της οικογένειας έχει ένα λιοντάρι στο κέντρο

2. μτφ, τιμή, δόξα, aquel caballero consiguió su blasón luchando contra los infieles,

εκείνος ο ιππότης κέρδισε την δόξα του παλεύοντας κόντρα στους απίστους

La medalla que recibió el soldado fue un blasón para toda su familia,

Το μετάλλιο που έλαβε ο στρατιώτης ήταν μια τιμή για όλη την οικογένειά του

3. εκφ, hacer blasón de, μτφ, πρχ κάνω μπλαζέ ύφος πως= καυχιέμαι για κάτι,

hace blasón de su conocimiento, καυχιέται για την γνώση του

blasonador, ra 1. ε, με μπλαζέ ύφος= ματαιόδοξος, -η, -o, καυχησιάρης, -α, -ικο

blasonar 1. ρμ, ερλ, κοσμώ με οικόσημο

2. είμαι μπλαζέ για= καυχιέμαι, υπερηφανεύομαι για, blasonar de,

blasona de rico, καυχιέται για πλούσιος, τα πλούτη του

blasona de su linaje, καυχιέται για την καταγωγή του,

Odio a la gente que blasona sobre algo que obtuvieron por casualidad,

Μισώ τους ανθρώπους που καυχιούνται για κάτι που απέκτησαν τυχαία

blasonería 1. θ, ύφος μπλαζέ= καυχησιά, αλαζονεία, κομπασμός

Scroll to Top