BILIS= ΠΡΧ ΒΙΛΙΣ> Χ-ΟΛΙΣ> ΧΟΛΗ, ΠΡΧ ΜΕΛΑΝΟ-ΒΟΛΙΑ> ΜΕΛΑΝ-ΧΟΛΙΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bilis πρχ β-ιλις> χ-ολίς= χολή, πρχ μελανο-βολίς> μελαν-χολία
1. θ, χολή
2. μτφ, κακή διάθεση, χολή, οργή, echar uno la bilis, ρίχνει ένας την χολή
3. σνθ, bilis amarilla, ιατ, χολέρα
bilis negra, μελαγχολία
4. εκφ, descargar la bilis sobre alguien, μτφ, ξε-γαργάρω την χολή επι κάποιου>
στάζω, χύνω χολή εναντίον κάποιου
revolverle a alguien la bilis algo, alguien, του γυρίζει σε κάποιον την χολή κάποιος, κάτι= κάποιος, κάτι μου γυρίζει τ’ αντερα, το στομάχι, με δυσαρεστεί, εκνευρίζει,
Este asunto me revuelve la bilis, αυτό η υπόθεση μου γυρίζει τ’ άντερα
tragar bilis, τρώγω> καταπίνω την οργή μου
biliar 1. ε, ιατ, χολικός, -ή, -ó, χοληφόρος, -ος, -o, χοληδόχος, -ος, -o,
cálculos biliares, χαλίκια χοληδόχα= χολό-λιθοι
vesícula biliar, χοληδόχος κύστη
litiasis biliar, χολο-λιθίαση
bilioso, sa 1. ε, κυρ, μτφ, χολώδης, -ης, -ες, χολικός, -ή, -ό
atrabilis 1. θ, ιατ, πρχ κ-ατρα-μι-χολή= μελαγχολία
atrabilioso, sa 1. ε, ιατ, μελαγχολικός, -ή, -ó
atrabiliario, ria 1. ε, μτφ, πρχ σ-τραβό-χολος με τα λόγια ή φέρσιμο του,
ή πρχ με τριβόλια στην ψυχή= πικρό-χολος, -η, -o, στρυφνός, -ή, -ó, οξύθυμος, -η, -o,
es una mujer atrabiliaria, είναι μια γυναίκα πικρόχολη