BARATO= ΠΡΧ ΜΠΙΡ-ΜΠΑΡΑ> ΦΤΗΝΟ, ΠΡΑΤΤΩ> ΠΟΥΛΩ ΦΤΗΝΑ,
ΠΡΧ ΜΠΑΡΑΤΟ> ΠΑ-ΖΑ-ΡΑΤΟ= ΠΑΖΑΡΕΥΩ, ΠΟΥΛΩ ΦΤΗΝΑ,
ΜΠΑ> ΦΘΑ-ΡΤΟ= ΦΤΗΝΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
barato, -ta 1. ε, για τιμή, φτηνός, -ή, -ό, una camisa barata, μια φτηνή μπλούζα
2. μτφ, με χαμηλή ποιότητα, φτηνός, -ή, -ό, ευτελής, -ής, -ές,
literatura barata, φτηνή λογοτεχνία,
sentimentalismo barato, φτηνός συναισθηματισμός
déjate de filosofas baratas, άσε τις ψευτο-φιλοσοφίες, αμπελο-φιλοσοφίες
3. για υπηρεσίες, εξυπηρέτηση χαμηλού κόστους, φτηνός, -ή, -ό,
peluquería barata, κομμωτήριο φτηνό
4. εκφ, lo barato sale caro, το φτηνό βγαίνει ακριβό
barato 1. α, πώληση σε χαμηλή, φτηνή τιμή ή για ξεπούλημα ή υπαίθριο μαγαζί, πόστο,
montó un puesto de barato, έστησε ένα πόστο με φτηνοπράγματα
Leti compró unas flores preciosas en el barato,
Η Λέτι αγόρασε μερικά όμορφα λουλούδια από το υπαίθριο
2. επρ, σε καλή τιμή, φτηνά, vender barato, πουλώ σε καλή, χαμηλή τιμή
aquí se come muy barato, εδώ τρώει κανείς φτηνά
3. εκφ, de barato, δωρεάν, No vende sus dibujos, los da de barato,
δεν πουλά τις ζωγραφιές του, τις δίνει δωρεάν
baratura 1. θ, φτήνια σε τιμή
barata 1. θ, φτήνια σε τιμή
2. ανταλλαγή πραγμάτων, σαν παζαράτο
baratear 1. ρμ, πρχ πράττω ή πουλώ μπιρ παρα= ξεπουλώ, πουλάω φτηνά,
Las aerolíneas se han visto forzadas a baratear sus vuelos a causa de la pandemia,
Οι αεροπορικές εταιρείες αναγκάστηκαν να πουλήσουν φτηνά τις πτήσεις τους λόγω της πανδημίας
baratería 1. θ, απάτη σε παζάρεμα, σε αγοραπωλησία,
Cuidado con ese mercado, hay mucha baratería,
Προσοχή με αυτήν την αγορά, υπάρχει πολύ απάτη
2. νομ, χρηματισμός, απάτη, σαν παζάρεμα
3. ναυ, μτφ, αμέλεια, σαν πράξη παζαρέματος, όχι καλού υπολογισμού,
baratería de capitán, o baratería de patrón, αμέλεια καπετάνιου
baratija 1. θ, φτηνοπράγματα
2. μπιζού, μπιχλιμπίδι
baratillero, ra 1. α θ, για πράγματα, έπιπλα, έμπορος που πουλάει φτηνοπράγματα
2. για ρούχα, έμπορος που πουλάει φτηνά ρούχα
baratillo 1. α, φτηνοπράγματα ή έπιπλα φτηνά
2. φτηνά ρούχα
3. εμπόρευμα φτηνοπραγμάτων
4. εκφ, de baratillo, lleva ropa de baratillo, φοράει φτηνιάρικα ρούχα
abaratar 1. ρμ, πρχ πράττω χαμηλά= μειώνω, χαμηλώνω την τιμή,
abaratar los costos, μειώνω το κόστος
abaratar las frutas, μειώνω την τιμή των φρούτων
2. ραντ, χαμηλώνω, μειώνομαι, πέφτω σε τιμή, el oro se abarató el mes pasado,
η τιμή του χρυσού έπεσε, μειώθηκε τον προηγούμενο μήνα
desbaratar πρχ πρχ ξε-παστρεύω κάτι ή ξε-πράττω= χαλάω
1. για πράγμα, καταστρέφω, διαλύω, χαλώ, αποσυναρμολογώ,
has desbaratado el castillo de naipes, έχεις χαλάσει το κάστρο με τα χαρτιά
2. μτφ, ανατρέπω, ματαιώνω για πλάνο, σχέδιο
3. ανατρέπω, ματαιώνω για ίντριγκα, πλοκή
4. εξαρθρώνω μπάντα συμμορίας, κακοποιών
5. συντρίβω, κατατροπώνω εχθρό
6. σπαταλώ, χαραμίζω χρήματα, αγαθά
7. ραντ, για πράγμα, καταστρέφομαι, διαλύομαι
8. για πλάνο, σχέδιο, ανατρέπομαι, ματαιώνομαι
9. μτφ, για άτομο, παραφέρομαι, παρεκτρέπομαι, σαν να ξε-πράττω τους τρόπους μου
la ira le hizo desbaratarse en plena reunión,
η οργή τον έκανε να παραφερθεί μέσα στην συγκέντρωση
desbaratamiento πρχ ξε-πράτημα ή ξε-πάστρεμα
1. α, για άτομο, αταξία ζωής, ακαταστασία
2. ματαίωση σε σχέδιο, πλάνο, desbaratamiento de proyecto, plan
3. σπατάλη σε χρήματα, αγαθά
desbaratadamente 1. επρ, σαν σε παζάρι, ακατάστατα, ανάκατα, όπως όπως,
φύρδην μίγδην
2. μτφ, απερίσκεπτα, ξέ-φρενα στο μυαλό, τρόπους
desbaratado, da πρχ ξε-παστρεμένος
1. ε, για άτομο χωρίς σειρά, ακατάστατος, -η, -o
2. με κακή ζωή, ακόλαστος, -η, -ο, άσωτος, -η, -ο, ξεδιάντροπος, -η, -ο, ξετσίπωτος, -η, -ο,
ασύδοτος, -η, -ο
3. για πράγμα, σπασμένος, -η, -ο, κομματιασμένος, -η, -ο, κατεστραμμένος, -η, -ο, χαλασμένος, -η, -ο
4. για στρατό, ηττημένος, -η, -ο
malbarato 1. α, πρχ μελανό πράττω > κακό πράττω για χρήματα, σπατάλη
malbaratador, ra 1. ε, α θ, σπάταλος, -η, -o, σκορποχέρης, -ρα
malbaratar 1. ρμ, πρχ κακο-πράττω= πουλώ σε πολύ χαμηλή τιμή
2. για χρήματα, σπαταλώ, χαραμίζω