BALAR

BALAR= ΠΡΧ ΒΕΛΑΖΩ

balar 1. ρα, βελάζω, las ovejas balaban ante el peligro del fuego,

τα πρόβατα βέλαζαν προ του κινδύνου της φωτιάς

balido 1. α, βέλασμα

2. εκφ, dar balidos, βελάζω

balitar 1. ρα, βελάζω συνέχεια, ακατάπαυστα, los corderos balitaban,

τα αρνιά βέλαζαν ακατάπαυστα

Scroll to Top