AZOGUE= ΑΘ-ΟΓΟΥΕ> ΑΘ-ΥΓΡO> ΥΔ-ΥΓΡΟ> ΥΔΡΑ-ΑΡΓΥΡΟΣ, ΠΡΧ ΑΖΩΤΟ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
azoato 1. α, χημ, αζωτικό
ázoe 1. α, χημ, άζωτο
azoico, ca 1. ε, χημ, γεω, αζωικός, -ή, -ó
azoemia 1. θ, ιατ, αζωθ-αιμία
azogue 1. α, υδράργυρος
2. εκφ, ser un azogue, οικ, μτφ, είμαι ένας υδράργυρος> ασταθής σαν υδράργυρος=
ή πρχ αζύγωτο> είμαι ανήσυχος, νευρικός, έχω καρφιά στον πισινό,
esa niña es un azogue, αυτό το κορίτσι έχει καρφιά στον πισινό της
tener azogue en las venas, en el cuerpo, μτφ, έχω υδράργυρο στις φλέβες, στο κορμί=
έχω το διάολο μέσα μου
azogar 1. ρμ, για κρύσταλλο, επαργυρώνω
azogamiento 1. α, επαργύρωση καθρέπτη
2. ιατ, υδραργύρωση, υδραργυρίαση
azogado, da 1. ε, για καθρέπτη, επαργυρωμένος, -η, -o
2. ιατ, δηλητηριασμένος, -η, -o από υδράργυρο
3. εκφ, temblar como un azogado, μτφ, τρέμω σαν το φύλλο
desazogar 1. ρμ, αφαιρώ τον υδράργυρο