AUGUSTO

AUGUSTO= ΠΡΧ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΑΥΓΗ, ΑΥΞΗΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Augusto 1. ονο, ιστ Αύγουστος

augusto, ta 1. ε, σαν τον Αύγουστο καίσαρα= σεβαστός, -ή, -ó, σεβάσμιος, -α, -o,

la conferencia estuvo presidida por varios augustos catedráticos,

το συνέδριο ήταν προεδρευόμενο απο πολλούς σεβάσμιους καθηγητές έδρας

2. α, μτφ, κλόουν, παλιάτσος του τσίρκου

agosto 1. α, Αύγουστος μήνας, el 15 de agosto, στις 15 Αυγούστου, τον δεκαπεντάυγουστο en agosto pasado, τον περασμένο Αύγουστο, πέρυσι τον Αύγουστο

2. περίοδος θερισμού, θερισμός, σοδειά, επειδή γίνεται Αύγουστο,

llegan jornaleros para hacer el agosto, φτάνουν εργάτες για να κάνουν τον θερισμό

3. εκφ, hacer alguien su agosto, οικ, μτφ, κάνω τον Αύγουστο μου= κάνω την μπάζα μου,

κάνω γερή μπάζα, algunos aprovecharon la guerra para hacer su agosto,

κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν τον πόλεμο για να κάνουν την μπάζα τους

agosteño, ña 1. ε, αυγουστιάτικος, -η, -ο, feria agosteña, αυγουστιάτικη γιορτή

un calor agosteño, αυγουστιάτικη ζέστη

agostero, ra 1. ε, αυγουστιάρικος, -ο, -η, για κοπάδι που βόσκει σε στάβλους μετά την σοδειά

agostero 1. α, αυγουστιάρης, ισσα= εποχιακός, -ή εργάτης, ια για το θερισμό

agostizo, za 1. ε, αυγουστιάτικος, -η, -o, calor agostizo, αυγουστιάτικη ζέστη

2. για ζώο γεννημένο τον Αύγουστο και αδύναμο για να αντιμετωπίσει το χειμώνα

agostar πρχ αυγουστιάζω

1. ρμ, ραντ, για φυτό, καίω, -ομαι, μαραίνω, -ομαι λόγω της ζέστης,

La reciente ola de calor agostó todas las plantas de mi jardín,

Ο πρόσφατος καύσωνας στέγνωσε όλα τα φυτά στον κήπο μου

2. ρμ, οργώνω την γή κατά τον Αύγουστο

3. ρμ, ραντ, μτφ, καίω, καταπονώ, εξαντλώ σωματικά, ψυχικά κάποιον,

Los ataques de la prensa lo agostaron y lo deprimieron,

Οι επιθέσεις του Τύπου τον εξάντλησαν και τον κατέθλιψαν

El cáncer lo agostó, pero no se dejó vencer,

Ο καρκίνος τον εξάντλησε, αλλά δεν το έβαλε κάτω

agostamiento 1. α, κάψιμο, μαρασμός φυτού

2. όργωμα, σκάψιμο, καθάρισμα γης από αγριόχορτα τον Αύγουστο

3. μτφ, εξάντληση σωματική, ψυχική, El agotamiento hizo que el corredor no pudiera terminar la competición

Η εξάντληση έκανε τον δρομέα να μην μπορέσει να τελειώσει τον αγώνα

agostadero 1. α, πρχ αυγουστό-μερο= βοσκοτόπι για τους θερινούς μήνες

agostado 1. α, αγρ, σκάψιμο σε αμπέλια

agustinianismo 1. α, θρη, αυγουστινιανισμός

agustiniano, na 1. ε, αυγουστινιανός, -ή, -ó

agustinismo 1. α, αυγουστινισμός

agustino, na 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τάγμα αγίου Αυγουστίνου, μοναχός τάγματος

magosto 1. α, πρχ μα-κάστανα= φωτιά για να ψήσουμε κάστανα, μαγκάλι για κάστανα

2. ψητά κάστανα

magostar πρχ μαγκοσταρ> μαγ-καστανιάζω

1. ρμ, ψήνω κάστανα

2. ρα, κάνω γιορτή ψήνοντας κάστανα, en otoño suelen magostar todos los domingos,

το φθινόπωρο συνηθίζουν να καστανιάζουν όλες τις Κυριακές

augurio πρχ αυγ-όρημα= ορώ την αυγή> αρχή σε κάτι

1. α, οιωνός, σημάδι, Los marineros creían que el albatros era un ave de buen auguriο,

Οι ναυτικοί πίστευαν ότι το άλμπατρος ήταν πουλί καλού οιωνού

2. πρόγνωση, πρόβλεψη για κάτι, Si se cumple mi augurio, mañana comenzará a nevar

Εάν εκπληρωθεί η πρόβλεψή μου, αύριο θα αρχίσει να χιονίζει

augur 1. α, πρχ αυγ-ωρός= μάντης, προφήτης, επειδή κοιτά την αυγή σε κάτι

2. αρχ, ιερέας οιωνοσκόπος στην Ρώμη

augurar πρχ αυγή-ορώ= βλέπω την αυγή σε κάτι, οιωνό

1. ρμ, μαντεύω, προβλέπω, προοιωνίζω, προφητεύω,

nos auguraron un viaje lleno de peligros, Μας προέβλεψαν ένα ταξίδι γεμάτο κινδύνους

2. προμηνύω, προαγγέλλω, προοιωνίζω, estas nubes no auguran nada bueno,

αυτά τα σύννεφα δεν προμηνύουν τίποτα καλό

auguración 1. θ, οιωνοσκόπηση απο πουλιά ή άλλα σημάδια

augurador, ra 1. ε, προαγγελτικός, -ή, -ό, προμηνυτικός, -ή, -ό,

unos nubarrones negros auguradores de tormenta,

μερικά μαύρα σύννεφα που προμηνύουν καταιγίδα

augural 1. ε, οιωνο-σκοπικός, -ή, -ó, ciencia augural, η μαντική επιστήμη

agüero 1. α, οιωνός, σημάδι

2. εκφ, pájaro de mal agüero, κακός οιωνός

ser algo de buen, mal agüero, κάτι είναι καλός, κακός οιωνός

agorar 1. ρμ, πρχ αυγ-ορώ= μαντεύω, κάνω προβλέψεις συνήθως δυσ-οίωνες,

Los expertos agoran que las reservas de petróleo se acabarán antes de lo esperado,

Οι ειδικοί προβλέπουν ότι τα αποθέματα πετρελαίου θα εξαντληθούν νωρίτερα από το αναμενόμενο

agorero, ra πρχ αυγ-ορατικός 1. ε, μάντης κακών, δυσοιωνιστικός, -ή, -ό,

ave agorera, κακός οιωνός, πτηνό δυσοιωνιστικό

2. α θ, άτομο δυσοίωνος, -η στα λόγια του, no seas agorero, μην είσαι δυσοίωνος

3. α θ, μάντης, -ισσα

agur 1. επφ, οικ, πρχ α-γειά= αντίο, τα λέμε

inaugurar πρχ εν-αυγίζω κάτι= εγ-καινιάζω

1. ρμ, κηρύσσω την έναρξη, εγκαινιάζω, El teatro será inaugurado el año que viene,

Το θέατρο θα εγκαινιαστεί τον επόμενο χρόνο

han inaugurado la exposición, έχουν εγκαινιάσει την έκθεση

2. μτφ, εγκαινιάζω, είμαι η αυγή σε κάτι, Schoenberg inauguró una nueva era de la música,

Ο Schoenberg εγκαινίασε μια νέα εποχή στη μουσική

3. μτφ, μπαίνω σε διαμέρισμα

4. αθλ, ανοίγω σκορ

inauguración 1. θ, έναρξη, εγκαινίαση, εγκαίνια, Se pospuso la inauguración del parque nuevo por el mal tiempo, αναβλήθηκε η εγκαινίαση του νέου πάρκου λόγω κακοκαιρίας

El discurso del director marca la inauguración del nuevo año escolar

Η ομιλία του Διευθυντή σηματοδοτεί την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς

2. πάρτι για το καινούργιο σπίτι

inaugural 1. ε, εναρκτήριος, -α, -o, los actos inaugurales, οι εναρκτήριες τελετές

auxilio πρχ αουξιλιο> αύξηση δυνάμεων σε κάποιον= βοήθεια

1. α, βοήθεια, Brindamos auxilio a un conductor que se quedó sin gasolina,

Παρέχαμε βοήθεια σε έναν οδηγό που έμεινε από βενζίνη,

primeros auxilios, πρώτες βοήθειες

2. σνθ, auxilio en carretera, οδική βοήθεια

auxilios espirituales, πνευματικά εφόδια

Auxilio Social, Κοινωνική Πρόνοια

3. εκφ, acudir en auxilio de alguien, σπεύδω σε βοήθεια κάποιου

con el auxilio de, με τη βοήθεια του

dar auxilio, δίνω βοήθεια, προσφέρω, las enfermeras le dieron auxilio allí mismo,

οι νοσοκόμες του προσέφεραν βοήθεια επί τόπου

pedir auxilio, ζητώ βοήθεια, καλώ σε βοήθεια, la mujer atrapada en el edificio pedía auxilio,

η παγιδευμένη γυναίκα μεσ’ το κτίριο καλούσε σε βοήθεια

prestar auxilio, δίνω βοήθεια

auxilio 1. επφ, βοήθεια!, ¡auxilio! ¡me ahogo! βοήθεια, πνίγομαι!

auxiliar πρχ αυξάνω δύναμη σε κάποιον= βοηθώ

1. ρμ, βοηθώ, συνδράμω, συντρέχω, Enviamos refuerzos para auxiliar a nuestros soldados,

Στείλαμε ενισχύσεις για να βοηθήσουμε τους στρατιώτες μας,

su padre le auxilia para terminar la carrera,

ο πατέρας του τον συνδράμει για να τελειώσει τις σπουδές

2. βοηθώ, προσφέρω τις πρώτες βοήθειες σε ετοιμοθάνατο, θύμα,

los presentes auxiliaron a las víctimas del accidente,

οι παρευρισκόμενοι έδωσαν τις πρώτες βοήθειες στα θύματα του ατυχήματος

La víctima fue auxiliada por tres hombres que pasaban por el lugar,

Το θύμα βοηθήθηκε απο τρεις άνδρες που περνούσαν από εκεί

auxiliar 1. ε, βοηθητικός, -ή, -ó, mesa auxiliar, βοηθητικό τραπέζι

2. για προσωπικό, βοηθητικός, -ή, -ó, εφεδρικός, -ή, -ó, επίκουρος, -η, -ο,

El profesor titular está enfermo, así que hoy el profesor auxiliar dará la clase,

Ο τακτικός καθηγητής είναι άρρωστος, οπότε ο επίκουρος καθηγητής θα δώσει μάθημα

tropa auxiliar, εφεδρικό στράτευμα

3. γρμ βοηθητικός, -ή, -ó, verbo auxiliar, βοηθητικό ρήμα

4. α θ, βοηθός, un auxiliar del cuerpo técnicο, ένας βοηθός από το προπονητικό τιμ

5. σνθ, auxiliar administrativo, βοηθός διοικητικός υπάλληλος

auxiliar de contabilidad, βοηθός λογιστής

auxiliar de farmacia, βοηθός φαρμακοποιού, παρασκευαστής φαρμακείου

auxiliar de vuelo, αεροσυνοδός

auxiliar sanitario, νοσοκομειακός βοηθός

auxiliar técnico sanitario, ιατρο-τεχνικός βοηθός

auxiliaría 1. θ, θέση αναπληρωτή καθηγητή

auge πρχ αυγά-τισμα ή από-γειο σε κάτι

1. α, αύξηση προοδευτική, έξαρση, εξάπλωση, άνοδο, el auge de la televisión,

η εξάπλωση της τηλεόρασης

el auge de la industria de la construcción, η άνοδος του κατασκευαστικού κλάδου

en pleno auge en, σε εποχή πλήρους έξαρσης

2. απόγειο, ακμή, μεσουράνημα, Su carrera como actor llegó a su auge con la película "Ιda"

Η καριέρα του σαν ηθοποιός έφτασε στο απόγειο της με την ταινία «Ιda»

3. αστ, απόγειο

4. σνθ, auge económico, οικονομική άνοδος

aumento πρχ αύξημα

1. α, αύξηση σε θερμοκρασία, ταχύτητα, las temperaturas registraron un ligero aumento,

σημειώθηκε μικρή άνοδος της θερμοκρασίας

2. αύξηση σε τιμή, μισθό, La inflación experimentó un ligero aumento en mayo,

Ο πληθωρισμός είχε μια ελαφριά αύξηση τον Μάιο

el aumento de los precios, η αύξηση των τιμών

Todos la critican por su aumento de peso, Όλοι την επικρίνουν για την αύξηση βάρους της

3. αύξηση= μεγέθυνση σε φακό, μικροσκόπιο, una lente de aumentos, φακός μεγέθυνσης

Presiona la tecla "+" para subir el aumento del microscopio,

Πατήστε το πλήκτρο "+" για να ανεβάσετε τη μεγέθυνση του μικροσκοπίου

4. σνθ, aumento de capital, αύξηση κεφαλαίου

aumento temporal, εποχιακή αύξηση

5. εκφ ir, estar en aumento πάω, είμαι σε αύξηση, αυξάνομαι

aumentar 1. ρμ, αυξάνω, La demanda aumenta la oferta, Η ζήτηση αυξάνει την προσφορά,

han aumentado la producción, έχουν αυξήσει την παραγωγή

2. αυξάνω, aumentar los impuestos, los precios, αυξάνω τους φόρους, τις τιμές

3. αυξάνω για αριθμό, ρυθμό, está aumentando el número de nacimientos,

αυξάνεται, βρίσκεται σε αύξηση ο αριθμός των γεννήσεων

4. αυξάνω βάρος, μέγεθος, μεγεθύνω, μεγαλώνω,

Las emisiones de dióxido de carbono aumentan el agujero de la capa de ozono

Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αυξάνουν την τρύπα στο στρώμα του όζοντος

el microscopio aumenta los objetos, το μικροσκόπιο μεγεθύνει τα αντικείμενα

La lente de esta cámara aumenta 20 veces los objetos,

Ο φακός αυτής της κάμερας μεγεθύνει 20 φορές τα αντικείμενα

5. ρα, αυξάνω σε βάρος, μέγεθος= παίρνω, παχαίνω,

durante el último año ha aumentado casi 20 kilos,

κατα τον τελευταίο χρόνο έχει πάρει σχεδόν 20 κιλά

6. αυξάνομαι, μεγαλώνω για πρόβλημα, el problema aumentaba, το πρόβλημα μεγάλωνε

aumentador, ra 1. ε, αυξητικός, -ή, -ό

aumentativo, va 1. ε, αυξητικός, -ή, -ό, el índice aumentativo de la Bolsa,

ο αυξητικός δείκτης του χρηματιστηρίου

2. γρμ, για επίθεμα, λέξη, αυξητικό = μεγεθυντικός, -ή, -ó,

Uno de los sufijos aumentativos más productivos en castellano es "-azo",

Ένα από τα μεγεθυντικά επιθήματα πιο παραγωγικά στα ισπανικά είναι το "-azo"

3. α, για λέξη, μεγεθυντικό, el aumentativo de "vida" es "vidorra",

το μεγεθυντικό της ζωής είναι ζωάρα

Scroll to Top