ARROZ= ΠΡΧ ΡΥΖΙ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ
arroz 1. α, ρύζι σπόρος ή φυτό, un paquete de arroz, ένα πακέτο ρύζι
el arroz se cultiva en China, το ρύζι καλλιεργείται στην Κίνα
2. σνθ, arroz blanco, άσπρο ρύζι
Arroz con leche, ρυζόγαλο
arroz de grano largo, ρύζι μακρύκοκκο
arroz descascarillado, αποφλοιωμένο ρύζι
arroz pilaf, ρύζι πιλάφι
arroz salvaje, silvestre άγριο ρύζι
3. εκφ, pasársele el arroz a, για γυναίκα, της περνάει το ρύζι= δεν περνάει πια η μπογιά μου
ή πέρασε η ώρα για γάμο, παιδιά, Creo que a mi tía se le ha pasado el arroz,
Νομίζω για τη θεία μου πέρασε η ώρα για γάμο,
¡que si quieres arroz, Catalina!, οικ, αν θέλεις ρύζι Καταλίνα = το βιολί του ο Καραγιάννης,
μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ’ ακούω,
haber, tener arroz y gallo muerto, οικ, έχω ρύζι και κόκορα = μτφ, βασιλικό γεύμα,
και του πουλιού το γάλα
arrocería 1. θ, εστιατόριο με κυρίως πιάτα από ρύζι, ρυζάδικο, ρυζερί
arrocero, ra 1. ε, ρυζικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με ρύζι
plantación arrocera, φυτεία ρυζιού
2. θ, ρυζο-παραγωγή
3. α θ, ρυζάρης, -ισσα, καλλιεργητής, -ια ρυζιού
4. α θ, έμπορος ρυζιού
arrozal 1. α, οριζώνας
risoto, risotto 1. α, μαγ, ριζότο