ARRABAL

ARRABAL= ΠΡΧ ΑΡΑ-ΒΑΛ> Π-ΕΡΙ-ΒΟΛΟ ΠΟΛΗΣ, ΠΡΟ-ΑΣΤΕΙΟ, ΠΕΡΙ-ΧΩΡΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

arrabal 1. α, προάστιο, Desde la oficina hasta mi casa en el arrabal hay una hora en auto,

Από το γραφείο μέχρι το σπίτι μου στα προάστια είναι μια ώρα με το αυτοκίνητο

arrabales 1. α πλ, περί-βολος πόλης= προάστια, περιφέρεια, περίχωρα,

convirtieron en zona residencial los arrabales del río,

μετέτρεψαν σε ζώνη κατοικήσιμη τα περίχωρα του ποταμού

arrabalero, ra 1. ε, περι-βολάρης> που κατοικεί σε προάστιο= προαστιακός, -ή, -ó,

2. μτφ, επειδή ζει στον περίβολο έχει κακούς τρόπους = αγενής, -ής, -ές, ανάγωγος, -η, -ο, άξεστος, -η, -o, era un muchacho arrabalero, ήταν ένα αγενές αγόρι

3. α θ, κάτοικος προαστίου

4. μτφ, αγενής, ανάγωγος, άξεστος άνθρωπος, es un arrabalero y se pasa el día gritando,

Είναι ένας άξεστος και περνάει την μέρα του φωνάζοντας

Scroll to Top