ANGLO= ΠΡΧ ΑΓΓΛΟ, ΑΓΓΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anglicanismo 1. α, αγγλικανισμός
anglicanizar 1. ρμ, εξ-αγγλίζω
anglicanización 1. θ, αγγλοποίηση
anglicanizado, da 1. ε, αγγλοποιημένος, -η, -o
anglicanizante 1. ε, αγγλο-ποιητικός, -ή, -ό, που προσδίδει αγγλικό ύφος,
anglicano, na 1. ε, α θ, αγγλικανικός, -ή, -ό, αγγλικανός, -ή, -ό
anglicado, da 1. ε, αγγλικο-τός, -ή, -ό= που έχει αγγλικό ύφος
anglicismo 1. α, αγγλισμός
anglicista 1. ε, που χρησιμοποιεί αγγλισμούς,
ánglico, ca 1. ε, αγγλικός, -ή, -ό
angliparla 1. θ, υτμ, αγγλο-πάρλα= γλώσσα αυτών που χρησιμοποιούν αγγλικές λέξεις
ή εκφράσεις
anglista 1. α θ, αγγλιστής, -ια, άτομο που ασχολείται με τη γλώσσα και τον πολιτισμό των αγγλόφωνων χωρών
anglístico, ca 1. ε, αγγλιστικός, -ή, -ό, που αναφέρεται στη γλώσσα και τον πολιτισμό των αγγλόφωνων χωρών
angloamericano, na 1. ε, αγγλοαμερικανικός, -ή, -ό
2. α θ, Αγγλοαμερικανός, -ίδα
angloárabe 1. ε, α θ, αγγλοαραβικός, -ή, -ό, Αγγλοάραβας
anglocanadiense 1. ε, αγγλο-καναδικός, -ή, -ό, από τον αγγλόφωνο Καναδά
2. α θ, αγγλο-καναδός, -ή, γηγενής, κάτοικος αγγλόφωνου Καναδά
anglofilia 1. θ, αγγλοφιλία
anglofilo, la 1. ε, α θ, αγγλόφιλος, -η, -ο, αγγλόφιλο άτομο
anglofobia 1. θ, αγγλοφοβία
anglófobo, ba 1. ε, α θ, αγγλόφοβος, -η, -o, αγγλόφοβο άτομο
anglófono, na 1. ε, α θ, αγγλό-φωνος, -η, -o
anglohablante 1. ε, α θ, αγγλό-φωνος, -η, -ο
anglomanía 1. θ, αγγλομανία
anglómano, a 1. ε, α θ, αγγλομανής, -ής, -ές, αγγλομανές άτομο
anglonormando, da 1. ε, αγγλο-νορμανδικός, -ή, -ό
2. α θ Αγγλο-νορμανδός, Αγγλο-νορμανδή
anglonormando 1. α, αγγλο-νορμανδική διάλεκτος
angloparlante 1. ε, α θ, αγγλό-φωνος, -η, -ο
anglosajón 1. α, γλγ, αγγλοσαξονική γλώσσα
anglosajón, ona 1. ε, αγγλοσαξονικός, -ή, -ό
2. α θ, Αγγλο-σάξονος
Inglaterra 1. ονο, πρχ αγγλο-στεριά= Αγγλία
inglés, esa 1. ε, αγγλικός, -ή, -ό
2. Άγγλος, Αγγλίδα
inglés 1. α, γλώσσα Αγγλικά
inglesismo 1. α, αγγλισμός
pichinglis 1. α, πιτζίν