ANGAZO= ΠΡΧ ΑΝΓΚΑΘΟ> ΣΑΝ ΑΓΚΑΘΙ> ΑΓΚΙΣΤΡΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
angazo 1. α, αγκίστρι για μαλάκια, θαλασσινά
2. μτφ, τσουγκράνα, επειδή έχει αγκιστρωτά δόντια
engorro 1. α, οικ, πρχ σαν αγκίστρι, άγκυρα, αγκάθι= κάτι που προκαλεί ενόχληση, μπελάς, πακέτο, πρόβλημα, es un engorro ir de compras cuando llueve,
είναι πακέτο να πάς για ψώνια όταν βρέχει
engorroso, sa 1. ε, οικ, πρχ αγκιστρώδες= που προκαλεί ενόχληση, κόπο, κοπιαστικός, -ή, -ό, επίπονος, -η, -ο, μπελαλίδικος, -η, -ο, ανυπόφορος, -η, -ο, ενοχλητικός, -ή, -ó,
hacer tantas fotocopias es muy engorroso, να κάνεις τόσες φωτοτυπίες είναι κοπιαστικό
la engorrosa tarea de limpiar la casa, η επίπονη δουλειά τού να καθαρίσεις το σπίτι
las gestiones para obtener estos documentos oficiales son bastante engorrosas,
η διαδικασία για να αποκτήσεις τα επίσημα έγγραφα είναι αρκετά μπελαλίδικη
un asunto engorroso, μια ακανθώδης υπόθεση