ALCANFOR= ΠΡΧ ΚΑΜΦΟΡΑ
alcanfor 1. α, καμφορά
alcanforado, da 1. ε, καμφορούχος, -ος, -o
alcanforar 1. ρμ, προσθέτω καμφορά σε κάτι
alcanforero 1. α, βοτ, καμφορόδεντρο
ALCANFOR= ΠΡΧ ΚΑΜΦΟΡΑ
alcanfor 1. α, καμφορά
alcanforado, da 1. ε, καμφορούχος, -ος, -o
alcanforar 1. ρμ, προσθέτω καμφορά σε κάτι
alcanforero 1. α, βοτ, καμφορόδεντρο