AGAZAPAR= ΠΡΧ Α-ΓΚΑ-ΘΑΠΑΡ> ΚΑ-ΘΑΠΤΩ> ΚΡΥΒΩ Ή ΚΑΤΑ-ΠΕΦΤΩ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ,
ΠΡΧ ΚΑΠΑΤΣΟΣ, ΠΡΧ ΧΑΠΑΤΟ> ΜΙΚΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
agazapar 1. ρμ, πρχ κα-θάπτω κάποιον= κρύβω, αποκρύπτω
agazaparse 1. ραντ, κα-θάπτομαι= μαζεύομαι για να κρυφτώ ή πρχ κατα-πέφτω στο έδαφος
el zorro se agazapó detrás de un árbol, η αλεπού κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο
2. κρύβομαι, παραμονεύω για ενέδρα, el león se agazapó a la espera de su presa,
το λιοντάρι κρύφτηκε παραμονεύοντας το θήραμά του
gazapo 1. α, κουνελάκι
2. οικ, πρχ καπάτσος, -α
3. οικ, πρχ γκαφα-το> λάθος σε γραπτό, en un discurso de una hora le pillé tres gazapos,
Σε μια ομιλία διάρκειας μίας ώρας του έπιασα τρία λάθη
4. οικ, σαρδάμ, παραδρομή, μπέρδεμα της γλώσσας
5. τυπ, τυπογραφικό λάθος
6. εκφ, cazar el gazapo, κυνηγάω, ψάχνω, αναζητώ το λάθος
escapársele, colársele a alguien un gazapo, του ξεφεύγει σε κάποιον ένα λάθος
gazapera 1. θ, κουνελο-φωλιά
2. οικ, μτφ, πρχ γκα-σαπερα> κακο-σπείρα= συμμορία κακοποιών
3. οικ, μτφ, καυγάς
gazapina 1. θ, μτφ, συμμορία
2. καυγάς
jabato, ta 1. ε, πρχ α-χαμπαρι-τος> που δεν παίρνει χαμπάρι= γενναίος, -α, -o
2. α θ, γενναίος, -α, θαρραλέος, -έα
gabato, ta 1. ε, μικρό ελαφιού, gabato de ciervo, ελαφάκι
2. λαγουδάκι