ABUCHEAR

ABUCHEAR= ΗΧΜ ΜΠΟΥ-ΟΥ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΑΝ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΙΑ, ΓΙΟΥΧΑΡΙΣΜΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

huchear 1. ρα, ρμ, ηχμ ουτσε> τσιρίζω= καλώ κάποιον με δυνατή φωνή ή φωνάζω,

¡deja de huchear! σταμάτα να φωνάζεις!

2. ρα, στέλνω τα σκυλιά στο κυνήγι

abuchear 1. ρμ, ηχμ για κοινό ή πλήθος που κάνει μπουου σε κάποιον, γιουχαΐζω, αποδοκιμάζω, abuchearon a toda la compañía, γιουχάισαν όλο τον θίασο

2. διακόπτω κάποιον με φωνασκίες, γιουχάρω, αποδοκιμάζω, προπηλακίζω,

los manifestantes abuchean a los políticos, oι διαδηλωτές αποδοκιμάζουν τους πολιτικούς

abucheo 1. α, γιουχάρισμα αποδοκιμασία κοινού ή πλήθους σε κάποιον

2. φωνασκίες, προπηλακισμοί σε κάποιον

Scroll to Top