ABISMO

ABISMO= ΑΒΥΣΣΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

abismo πρχ άβυσσος

1. α, άβυσσος για μέρος βαθύ, el abismo de Challenger en la fosa de las Marianas,

η άβυσσος του Challenger στην Τάφρο των Μαριάνων

2. χαράδρα, El conductor de un vehículo murió al caer a un abismo de 200 metros,

Ο οδηγός ενός οχήματος έχασε τη ζωή του αφού έπεσε σε χαράδρα βάθους 200 μέτρων

3. μτφ, για διαφορά σε κάτι, άβυσσος, χάσμα, hay un abismo entre los dos equipos,

υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στις 2 ομάδες

abismo comercial entre Nicaragua y Costa Rica,

εμπορικό χάσμα μεταξύ Νικαράγουας και Κόστα Ρίκα

4. λγτ, κόλαση, άβυσσος, el abismo donde mora Satanás,

η άβυσσος όπου κατοικεί ο Σατανάς

5. μτφ, άβυσσος, abismo de dudas, άβυσσος από αμφιβολίες,

al filo del abismo, στην άκρη της αβύσσου,

se encuentra al borde del abismo financiero,

βρίσκεται στα πρόθυρα της οικονομικής αβύσσου

abisal 1. ε, αβυσσαλέος, -α, -o, αβυσσώδης, -ης, -ες, vacío abisal, αβυσσαλέο κενό,

nuevos descubrimientos en la fosa abisal más profunda del mundo,

νέες ανακαλύψεις στην βαθύτερη αβυσσαλέα τάφρο του κόσμου

abismal 1. ε, αβυσσαλέος, -α, -o, profundidad abismal, βάθος αβυσσαλέο

2. χαώδης, -ες, -η, hay una diferencia abismal entre ambos,

υπάρχει μια διαφορά χαώδης μεταξύ των δύο

abismar 1. ρμ, ραντ, σα να βυθίζω στην άβυσσο της θάλασσας= βυθίζω, βυθίζομαι,

La muerte de su esposo la abismó por un largo tiempo,

Ο θάνατος του συζύγου της την βύθισε για πολύ καιρό,

se abismó en su dolor tras la separación, βυθίστηκε στο πόνο του μετά τον χωρισμό

Se abismó en sus pensamientos, Βυθίστηκε στις σκέψεις του,

2. βυθίζομαι, απορροφώμαι σε κάτι, abismarse en la lectura, βυθίζομαι στην ανάγνωση

3. ρμ, βυθίζω κάποιον σε σκέψεις, συγχύζω, μπερδεύω,

su inteligencia abisma a todo el mundo, η ιδιοφυία του συγχύζει όλο τον κόσμο

abismático, ca 1. ε, αβυσσώδης, -ης, -ες, αβυσσαίος, -α, -ο

abisopelágico, ca 1. ε, γωλ, αβυσσο-πελαγικός, -ή, -ó

Scroll to Top