ABEJA= ΠΡΧ ΑΜΠΕΧΑ> ΜΠΟΥ-ΜΠΟΥΡΑΣ, ΗΧΜ ΜΠΙΖ> ΜΕΛΙΣΣΑ,
ΠΡΧ ΠΙΚ-ΑΡΩ> ΚΕΝΤΡΙ> ΜΕΛΙΣΣΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
abeja 1. θ, εντ, μέλισσα
2. σνθ, abeja albañila, μέλισσα-κτίστης
abeja carpintera, μέλισσα ξυλοκόπος
abeja maestra, reina, βασίλισσα μέλισσα,
abeja obrera, εργάτρια μέλισσα
abejar 1. α, μελίσσι, μελισσοκομείο, μελισσοτροφείο
abejarrón 1. α, εντ, πρχ μπούμπουρας
abejaruco 1. α, ορν, μελισσοφάγος
abejera 1. θ, μελισσοκομείο , μελισσιέρα
2. βοτ μελίττις, μελισσόφυλλος
abejero, ra 1. α θ, μελισσοκόμος, μελισσάρης, -ισσα
abejero 1. α, ορν, μελισσοφάγος
abejón 1. α, εντ, μπούμπουρας
2. κηφήνας
abejorreo 1. α, ηχμ μπιχάρισμα= βούισμα , βόμβος
abejorro 1. α, εντ, μπούμπουρας
2. εντ, μηλολόνθη
apiario 1. α, μελισσοκομείο, μελισσάριο
apícola 1. ε, μελισσο-κομικός, -ή, -ό,
apicultor, ra 1. α θ, μελισσο-κόμος, μελισσο-καλλιεργητής
apicultura 1. θ, μελισσο-κομία, μελισσο-τροφία
ápido 1. α, εντ, μελισσ-ίδα
enjambre 1. α, μελίσσι, σμήνος
2. μτφ, εσμός, συρφετός, σμάρι, μπουλούκι, λεφούσι ατόμων
le esperaba un enjambre de aficionados, τον περίμενε ενα μπουλούκι απο οπαδούς
3. αστρ, βροχή
enjambrar 1. ρμ, πρχ εν> κλείνω τις μέλισσες στο μελίσσι, συγκεντρώνω τις μέλισσες
για να τις οδηγήσω στην κυψέλη
2. ρα, σχηματίζω καινούριο σμήνος
enjambrazón 1. α, σμήνος, μελίσσι